εφοδευτής

εφοδευτής
ο воен, проверяющий

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "εφοδευτής" в других словарях:

  • εφοδευτής — ο (Α ἐφοδευτής) [εφοδεύω] ο αξιωματικός που κάνει έφοδο για έλεγχο, για επιθεώρηση τών φρουρών …   Dictionary of Greek

  • εφοδευτικώς — ἐφοδευτικώς (Α) επίρρ. επιτροχάδην, ως εν παρόδω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αμάρτυρο *εφοδευτικός (< εφοδευτής)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»